Μετά την υποστολή της σβάστικας από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης στις 30 Μαΐου του 1941, ο Μανώλης Γλέζος και ο Λάκης Σάντας προσπάθησαν να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή.
Όταν έμαθαν ότι ένα σουηδικό πλοίο είχε αγκυροβολήσει στο λιμάνι του Πειραιά για να ξεφορτώσει σιτάρι του Ερυθρού Σταυρού, με τη βοήθεια του πολύγλωσσου παλιού συμμαθητή τους Γιώργου Λαμπή, ήρθαν σε επαφή με έναν άραβα ανθυποπλοίαρχο του πληρώματος. Του ζήτησαν να τους κρύψει στο αμπάρι για να πάνε στη Χάιφα, όπου βρισκόταν τότε το αρχηγείο των ελληνικών δυνάμεων.
shmaia 2Ο Άραβας αρνήθηκε επειδή το πλοίο φρουρούνταν από Γερμανούς, αλλά τους έδωσε οδηγίες για το τι έπρεπε να κάνουν.
Το ίδιο βράδυ οι τρεις φίλοι με κίνδυνο να συλληφθούν, κατάφεραν να σκαρφαλώσουν στο καράβι και να κρυφτούν πίσω από τα σακιά με το σιτάρι.
Μετά από τρεις ημέρες στην «κρυψώνα» περιμένοντας τον απόπλου, ήταν σε άθλια κατάσταση.
Νηστικοί, πεινασμένοι και παγωμένοι από το τσουχτερό κρύο που έκανε τον Φεβρουάριο του 1942.

Κάποια στιγμή φώναξαν έναν εργάτη που άδειαζε τα σακιά και τον παρακάλεσαν να τους πάει λίγο νερό.
Για να τον δελεάσουν τους έδωσαν ό,τι λεφτά είχαν πάνω τους.
Ο εργάτης όμως αντί για νερό τους έφερε τους Γερμανούς.

Οι τρεις φίλοι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στο Γερμανικό Λιμεναρχείο του Πειραιά και μετά από λίγες ώρες κατέληξαν στις φυλακές Αβέρωφ.
Φυσικά, οι κατακτητές δεν γνώριζαν ότι είχαν στα χέρια τους αυτούς που κατέβασαν τη σβάστικα από την Ακρόπολη.

Η ελεγχόμενη από τη γερμανική λογοκρισία εφημερίδα «Βραδυνή» γράφει για την υποστολή της ναζιστικής σημαίας στην Ακρόπολη

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, τους χτυπούσαν ανελέητα ρωτώντας επίμονα αν ήθελαν να πάνε στη Χάιφα. Στη συνέχεια ο ανακριτής του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, έδωσε εντολή να τους πάνε με αυτοκίνητο, τον καθένα στο σπίτι του για εξονυχιστικό έλεγχο.
Μετά τις άκαρπες έρευνες και την επιμονή των νέων να αναφέρουν ότι ήθελαν να ταξιδέψουν στην ουδέτερη Σουηδία, καταδικάστηκαν σε δύο χρόνια φυλάκιση ως λαθρεπιβάτες.
Στη φυλακή όμως παρέμειναν μέχρι τις 22 Απριλίου του 1942.

Ο Γερμανός που τους καταδίκασε δεν είχε λάβει υπόψη του ότι εκείνη την ημέρα είχε γενέθλια ο Χίτλερ.
Η διαταγή που ήρθε σύντομα σε όλες τις κατεχόμενες χώρες, ήταν εκείνη την ημέρα να δοθεί αμνηστία σε όλους τους φυλακισμένους που είχαν ποινή μέχρι δύο χρόνια.

Μέχρι τη «χάρη», η ζωή στις φυλακές Αβέρωφ ήταν φρικτή. Εκτός από το καθημερινό ξυλοδαρμό, τους έβαζαν κάθε πρωί να κάνουν κρύο ντουζ και να τρέχουν γύρω από το προαύλιο. Από τους τρεις, ο Λάκης Σάντας ήταν ο πιο τυχερός και γλίτωσε σχεδόν τα μισά βασανιστήρια.

Αιτία ήταν η Σόνια, μια όμορφη ηθοποιός της επιθεώρησης και φίλη της μητέρας του.
Ένας νεαρός «άσσος» της γερμανικής αεροπορίας διατηρούσε σχέσεις με την ηθοποιό και ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί της.
Μια φορά που η μητέρα του Σάντα την είδε να κατεβαίνει από το αυτοκίνητό του, πήγε και της χτύπησε την πόρτα.
«Σόνια σε παρακαλώ, πες στο φίλο σου τον αξιωματικό να πάει να ιδεί τον Λάκη το γιο μου στου Αβέρωφ, αφού είναι τόσο σπουδαίος και σ΄αγαπάει», της είπε.

Ο Λάκης Σάντας γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1922 και πέθανε στις 30 Απριλίου του 2011, σε ηλικία 89 ετών

Η Σόνια δεν απάντησε, αλλά το έκανε. Λίγες ημέρες μετά, ο αεροπόρος πήγε στη φυλακή, την ώρα που οι κρατούμενοι περίμεναν στην ουρά για να πιουν ένα υγρό, που οι Γερμανοί είχαν βαφτίσει τσάι.
«Σάντα Λάκη» ακούστηκε η φωνή ενός Γερμανού και ο Έλληνας κατάλαβε ότι κάποιος γνωστός του είχε μεσολαβήσει.
Το «Σάντα Λάκη» δεν είχε καμία σχέση με το «Σάντα Απόστολο» που τον φώναζαν.
Τον οδήγησαν στο γραφείο του αδίστακτου ταγματάρχη των Ες Ες, που καθημερινά βασάνιζε τους κρατούμενους και έδινε τις εντολές για τις εκτελέσεις εντός των φυλακών.
Ο ιπτάμενος αξιωματικός της Λουβάτφε καθόταν σε καρέκλα, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους αξιωματικούς που ήταν γύρω του όρθιοι.
Ο πιλότος μίλησε στα Γερμανικά και ο διερμηνέας είπε στον Σάντα:
«Ο Φον θέλει να σου πει να μη στεναχωριέσαι, έχεις χαιρετίσματα από την οικογένειά σου και τη δεσποινίδα Σόνια.
Γρήγορα θα βγεις μαζί με τους δύο φίλους σου από τη φυλακή. Έδωσε σχετικές εντολές».
«Τον ευχαριστώ τον κύριο αξιωματικό, εγώ και οι φίλοι μου», απάντησε ο Σάντας.

Έκτοτε, ο ήρωας που μαζί με τον Μανώλη Γλέζο κατέβασε το σύμβολο του ναζισμού από την Ακρόπολη, καθόταν στο θάλαμο περιμένοντας την αποφυλάκισή του, χωρίς να τον δέρνουν και να τον βασανίζουν.
Στις 22 Απριλίου του 1942, οι τρεις νέοι περνούσαν ελεύθεροι την πόρτα των φυλακών Αβέρωφ.

Πηγή: Λάκης Σάντας, Μια νύχτα στην Ακρόπολη, εκδόσεις Βιβλιόραμα

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here