Ο Τζίμι Χέντριξ γεννήθηκε στις 27 Νοεμβρίου του 1942. Δεκαεννιά χρόνια αργότερα, η αστυνομία τον είχε πιάσει δύο φορές να οδηγεί κλεμμένα αυτοκίνητα.
Λόγω του νεαρού της ηλικίας του, οι αρχές του έδωσαν δύο επιλογές: φυλακή ή στρατός.

Ο Χέντριξ επέλεξε το δεύτερο και κατατάχθηκε στον στρατό, στις 31 Μαΐου του 1961. Αφού τελείωσε με τη βασική εκπαίδευση, διορίστηκε στην αεροπορία, στο Φορτ Κάμπελ του Κεντάκι.

Έφτασε εκεί στις 8 Νοεμβρίου του 1961 και σχεδόν αμέσως, άρχισε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά του, σε γράμματα προς τον πατέρα του:

«Δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από γυμναστική και καταπίεση εδώ. Μετά πάμε στη σχολή αλεξιπτωτιστών και περνάμε άλλα μαρτύρια. Σε φτάνουν στα όριά σου, γκρινιάζουν και φωνάζουν όλη την ώρα».

Στο επόμενο γράμμα του, ζήτησε να του στείλουν την κιθάρα του, «γιατί την χρειάζομαι πραγματικά τώρα».

Από τον Φεβρουάριο του 1962, η υπομονή του Χέντριξ είχε στερέψει. Δεν άντεχε άλλο την πειθαρχία του στρατού και η αντιδραστική του φλέβα είχε γίνει εμφανής ακόμα και στους ανώτερούς του.

Η αναφορά του λοχία του, Τζέιμς Σπίαρς, έγραφε:

«Δεν έχει απολύτως κανένα ενδιαφέρον για τον στρατό. Πιστεύω ότι ο στρατιώτης Χέντριξ δε θα καταφέρει ποτέ να φτάσει στο επίπεδο που απαιτούμε από ένα στρατιώτη. Η απόλυσή του θα ωφελήσει σίγουρα τον στρατό».

Ήταν πολύ κακός σκοπευτής, πνεύμα αντιλογίας, απέφευγε κάθε είδους σκοπιάς ή αγγαρείας και έδειχνε έντονα πόσο υποτιμητική άποψη είχε για τον στρατό.

Ο Χέντριξ συνήθιζε να φεύγει κρυφά κατά τη διάρκεια αγγαρειών, άλλες φορές για να κοιμηθεί κι άλλες φορές για να περάσει χρόνο μόνος του… αυνανιζόμενος. Ένα τέτοιο επεισόδιο στάθηκε αφορμή για να τον διώξουν πρόωρα, τον Ιούνιο του 1962. Είχε ολοκληρώσει μόλις 2 χρόνια από την τριετή θητεία του.

 

Ο ίδιος ο Χέντριξ υποστήριξε αργότερα ότι απολύθηκε πρόωρα λόγω τραυματισμού στο πόδι, που απέκτησε πέφτοντας με το αλεξίπτωτο.

Ορισμένοι θαυμαστές λένε ότι και το επεισόδιο με τον αυνανισμό, αλλά και ο τραυματισμός, ήταν επιτηδευμένες ενέργειες για να αναγκάσει τους ανώτερους να τον απολύσουν.

Η γνωριμία με τον Μπίλι Κοξ

Όταν πήρε την κιθάρα στα χέρια του, ο Χέντριξ έψαχνε κάθε ευκαιρία να τη χρησιμοποιήσει. Ο Μπίλι Κοξ, ένας απ’ τους φαντάρους που υπηρέτησαν μαζί με τον κιθαρίστα, τον άκουσε να παίζει σε ένα μαγαζί της στρατιωτικής βάσης και τον περιέγραψε ως μία μείξη «του Τζον Λι Χούκερ και του Μπετόβεν».

Ο Χέντριξ και ο Κοξ βρήκαν κι άλλους μουσικούς που υπηρετούσαν και σχημάτισαν ένα πρόχειρο συγκρότημα, που έπαιζε σε μαγαζιά τα Σαββατοκύριακα. Το όνομα του συγκροτήματος ήταν «The Casuals», δηλαδή «Οι Πολίτες».

Ο Κοξ συνόδευσε τον Χέντριξ ως μπασίστας, στη συναυλία του Γούντστοκ το 1969 και έγινε μέλος των συγκροτημάτων «The Jimi Hendrix Experience» και «Gypsy Band».

Ο Χέντριξ, στις 18 Σεπτεμβρίου του 1970, έφυγε οριστικά μετά από υπερβολική δόση υπνωτικών χαπιών. Ήταν μόλις 27 ετών.

Η καριέρα του ήταν βραχύβια, αλλά πρόλαβε να αγγίξει τις καρδιές όσων τον άκουσαν.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here