Λίγα χρόνια πριν ξεσπάσει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Σινο-Ιαπωνικός πόλεμος βρίσκονταν στο αποκορύφωμα του. Η καλοκουρδισμένη ιαπωνική πολεμική μηχανή είχε βάλει στο στόχαστρο τη Σαγκάη, την πλέον πυκνοκατοικημένη πόλη και καρδιά της Κινέζικης οικονομίας.

Το Σάββατο 28 Αυγούστου του 1937 – που πέρασε στην ιστορία της Κίνας, αλλά και της φωτογραφίας ως Ματωμένο Σάββατο – τρία ιαπωνικά βομβαρδιστικά αεροσκάφη “χτύπησαν” στην οδό Νάνκινγκ όπου φιλοξενούνταν τα πιο επιβλητικά ξενοδοχεία της πόλης.

Στον ήχο των βομβαρδισμών ο φωτογράφος H.S. “Newsreel” Wong, ο οποίος διέθετε και κατάστημα με φωτογραφικά είδη, παίρνει μία 35mm Eyemo και την αγαπημένη του Leica, κλείνει το μαγαζί και κατευθύνεται προς το σημείο όπου ήταν συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι ξένοι δημοσιογράφοι και φωτογράφοι που κατέγραφαν τις εχθροπραξίες. Στην πορεία του είδε ότι οι Γιαπωνέζοι πιλότοι επέστρεψαν, αυτή την φορά για να χτυπήσουν τον σιδηροδρομικό σταθμό στον οποίο συναθροίζονταν χιλιάδες προσφύγων.

Άλλαξε πορεία και όταν έφθασε εκεί, όπως περιγράφει, αντίκρισε την απόλυτη σφαγή. “Ήταν ένα φρικιαστικό θέαμα. Οι επιζώντες ακόμη προσπαθούσαν να σηκωθούν στα πόδια τους. Νεκροί και τραυματίες κείτονταν ανάμεσα στις αποβάθρες και τις γραμμές του τρένου. Ανθρώπινα μέλη ήταν διασκορπισμένα παντού γύρω μου. Μόνο η δουλειά που είχα βρεθεί εκεί για να κάνω με βοηθούσε να ξεχνάω αυτά που έβλεπα γύρω μου. Σταμάτησα για να αλλάξω φιλμ στην φωτογραφική μου, τότε παρατήρησα ότι τα παπούτσια μου ήταν μέσα στο αίμα.

Περιδιάβαινα τον σταθμό απαθανατίζοντας τις φλεγόμενες γέφυρες στο βάθος. Ξάφνου εντόπισα έναν άνδρα να σηκώνει ένα μωρό από τις ράγες και να το αποθέτει στην πλατφόρμα. Ο άνδρας έφυγε για να πάει να φέρει και ένα άλλο βαριά χτυπημένο παιδί.
Η μητέρα του κείτονταν νεκρή στις ράγες.
Γρήγορα, χρησιμοποίησα τα ελάχιστα εκατοστά που είχαν εναπομείνει στο φιλμ για να φωτογραφίσω το μωρό που έκλαιγε μόνο στην αποβάθρα. Στην συνέχεια πήγα να πάρω το παιδί σε ένα πιο ασφαλές σημείο όμως ο πατέρας επέστρεψε και ανέλαβε αυτός.
Τα αεροπλάνα πέρασαν πάλι πάνω από το κεφάλι μας αλλά αυτή την φορά χωρίς να βομβαρδίσουν”. Ο Wong δεν ξαναείδε το μωρό και όπως ανέφερε δεν έμαθε τίποτα για την τύχη του, ούτε καν το φύλο του.

Όπως θυμάται ο φωτογράφος “την επόμενη ημέρα οι εφημερίδες έγραφαν ότι την στιγμή του βομβαρδισμού στον σιδηροδρομικό σταθμό βρίσκονταν περισσότερα από 1.800 άτομα, τα περισσότερα γυναίκες και παιδιά που ήθελαν να προωθηθούν στην ενδοχώρα. Οι Ιάπωνες πιλότοι θεώρησαν ότι πρόκειται για μετακίνηση στρατευμάτων”. Κάτι λιγότερο από 300 άτομα κατάφεραν να επιβιώσουν οι περισσότεροι με βαριά τραύματα.

Το φιλμ με τις φωτογραφίες του Wong ταξίδευσε με πλοίο του αμερικανικού ναυτικού από τη Σαγκάη στη Μανίλα και από εκεί στη Νέα Υόρκη με πτήση της Pan American Airlines. Δύο εβδομάδες η φωτογραφία με το μωρό που έκλαιγε μόνο του στην αποβάθρα του σταθμού της Σαγκάη δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες ευαισθητοποιώντας την κοινή γνώμη, αλλά και κάνοντας την αμερικανική κυβέρνηση να διαμαρτυρηθεί έντονα και επίσημα για τον βομβαρδισμό αμάχων από τους Ιάπωνες.
Στις 14 Οκτωβρίου του 1937, η φωτογραφία θα φιλοξενηθεί και στο περιοδικό «Life» με αποτέλεσμα να υπολογίζεται ότι πάνω από 136 εκατ. αναγνώστες να έχουν δει το “μωρό από την Κίνα” όπως είναι μία από τις πολλές ονομασίες που έχουν δοθεί στη λήψη.

Για τον Wong, που θεωρείται από τους πρωτοπόρους της δημοσιογραφικής φωτογραφίας στην Ασία, τα βάσανα μόλις ξεκινούσαν.
Οι Ιάπωνες εθνικιστές θεώρησαν τη φωτογραφία του σκηνοθετημένη, ενώ η ίδια κυβέρνηση της Ιαπωνίας τον επικήρυξε για 50.000 δολάρια (σ.σ. περίπου 820.000 δολάρια σε σημερινή αξία). Όπως σημείωσε ο ίδιος ο φωτογράφος: “πάνω στην αμηχανία τους (σ.σ. όταν δημοσιεύθηκε η φωτογραφία και έγινε παγκοσμίως γνωστό τι είχε συμβεί) οι Ιάπωνες με κατηγόρησαν ότι η φωτογραφία μου ήταν πλαστή και για να υποστηρίξουν περαιτέρω αυτή τους την άποψη επικήρυξαν το κεφάλι μου.
Ο Wong αμέσως έτυχε της προστασίας της βρετανικής κυβέρνησης και λίγο μετά από το γεγονός, μαζί με την οικογένεια του πέταξε για το Χονγκ Κονγκ που ήταν βρετανική αποικία. Αποσύρθηκε από τη φωτογραφία τη δεκαετία του ’70 – είχε γεννηθεί το 1900 – και πέθανε στο σπίτι του στην Ταϊπέι από διαβήτη.

Τα χρόνια που ακολούθησαν το “Ματωμένο Σάββατο” απασχόλησε τόσο την τέχνη όσο και τον χώρο της φωτογραφίας. Πιστεύεται ότι ο Άντι Γουόρχολ στα πρώτα χρόνια της πορεία του δούλεψε πάνω στη συγκεκριμένη φωτογραφία όμως το έργο δεν έχει σωθεί.

Το 2003 η «Time -Life» συμπεριέλαβε την φωτογραφία στο λεύκωμα που εξέδωσε με τις 100 φωτογραφίες που άλλαξαν τον κόσμο ενώ το «National Geographic» στην έκδοση του 2006 που έφερε τον τίτλο Συνοπτική ιστορία του Κόσμου.

– Με πληροφορίες από το βιβλίο Great News Photos and the stories behind them

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here