Στις 25 Δεκεμβρίου 1941, η Νίκη Κικκίδου και οι υπόλοιπες φυλακισμένες στην ιταλική φυλακή, δεν κατάλαβε καν πως ξημέρωναν Χριστούγεννα.
Ξύπνησαν με το ζόρι στις 04:00 το πρωί. Οι φύλακες τις οδήγησαν στην εκκλησία και μόνο τότε κατάλαβαν πως ήταν Χριστούγεννα.
Τα γιόρτασαν με άθλιο φαγητό, ατελείωτη εργασία και ξύλο.

Το πανηγύρι της Αθήνας

Η Νίκη Κικκίδου, από την Κύπρο, ζούσε στην Αθήνα όπου σπούδαζε οδοντίατρος.
Βρέθηκε μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο στο κέντρο την ημέρα που μαθεύτηκε πως η Ελλάδα έμπαινε στον πόλεμο. Ο ενθουσιασμός ήταν τεράστιος και οι Έλληνες έδειξαν αποφασισμένοι να πολεμήσουν τους Ιταλούς εισβολείς.

«Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος εκείνο το πρωινό του 1940 στην Αθήνα, ήταν σαν πανηγύρι. Ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους, οι σειρήνες ούρλιαζαν και όλοι εμείς γεμάτοι ιδανικά διψούσαμε να προσφέρουμε από κάθε πόστο, από κάθε γωνιά. Ποτέ μου δεν ισχυρίστηκα πως υπήρξα ηρωίδα αλλά απλά όπως τόσοι άνθρωποι, δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με την ιδέα της σκλαβωμένης Ελλάδας».

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά στην κατοχή η Νίκη Κικκίδου, βοηθούσε μοιράζοντας προκηρύξεις και μεταφέροντας τραυματίες.
Δεν ένιωθε φόβο, όμως αυτό που την ταλαιπωρούσε ήταν η πείνα.
Ο κόσμος θυμάται έτρωγε ό,τι έβρισκε κι αντάλλαζε τα πάντα για ένα κομμάτι ψωμί: ένα χαλί ισοδυναμούσε με μία φραντζόλα και ένα πιάνο με δύο αυγά!

Έτσι για ένα χρόνο, προσέφερε όσο μπορούσε στην Αντίσταση.
Την πρόδοσαν, συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή της μετετράπη σε 30χρονη φυλάκιση και η 20χρονη Νίκη βρέθηκε αιχμάλωτη στα ιταλικά μπουντρούμια μαζί με πόρνες, εγκληματίες και κλέφτρες.

«Πιέζαμε την κοιλιά μας με μαξιλάρια»

Στις ιταλικές φυλακές παρέμεινε τρία χρόνια.
Η καθημερινότητά της ήταν φρικτή.
Υποχρεωτικό εγερτήριο στις 04:00 το πρωί, ένα υποτυπώδες πρωινό με λαχανίδες και βραστό ζωμό, τον οποίο οι φυλακισμένες φύλαγαν για «δείπνο» κι αργότερα υποχρεωτική δουλειά στα εργαστήρια παραγωγής ρούχων για τους Ιταλούς στρατιώτες.
Την καταναγκαστική εργασία συνόδευε ξύλο και βασανιστήρια.
Στα μπουντρούμια κοιμόταν στο τσιμέντο με 2-3 κουβέρτες που μοιράζονταν όλες.
Τουαλέτα δεν υπήρχε, παρά μόνο ένα βαρέλι, το οποίο άδειαζαν μόνο μια φορά τη βδομάδα ενώ μπάνιο επιτρεπόταν να κάνουν μια φορά τον χρόνο.
Η Νίκη θυμάται το ατελείωτο κλάμα και την απελπισία της.

Η Νίκη Κικκίδου δεξιά, στο πόστο της νοσοκόμας

Αυτό όμως που δεν άντεχευ ήταν η πείνα.
Το φαγητό ήταν το ίδιο σχεδόν καθημερινά. Μαζί με τις λαχανίδες και τον ζωμό καμιά φορά τους σέρβιραν και βραστά μακαρόνια. Το μενού δεν άλλαξε ούτε την ημέρα των Χριστουγέννων.
«Ούτε που καταλάβαμε πως ήταν Χριστούγεννα. Το ίδιο μαρτύριο, το ίδιο φαγητό, μερικές λαχανίδες και δυο-τρία μακαρόνια. Χωρίς φως, χωρίς τουαλέτα κι εκείνο το κρύο ανυπόφορο.  Πιέζαμε την κοιλιά μας με μαξιλάρι για να αντέξουμε τον πόνο της πείνας».

Η Νίκη Κικκίδου, πριν την αιχμαλωσία

Με τη λήξη του πολέμου απελευθερώθηκε. Στη ζωή της δεν τα πήγαινε καλά με τους αριθμούς. Πολλές φορές ξέχναγε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της.
Δεν ξέχασε ποτέ όμως το νούμερο της στις φυλακές της Ιταλίας.
Ήταν η μοναδική Κύπρια αιχμάλωτη, με το νούμερο 3750.

Πληροφορίες και φωτογραφίες: Το Περιοδικό 

Διαβάστε επίσης στη ΜτΧ: Η γυναίκα που τη βασάνισαν φριχτά την απείλησαν ότι θα σκοτώσουν το γιο της αλλά δεν πρόδωσε την αντίσταση. Ποια η σχέση του Μακαρίου με την «Μπουμπουλίνα της Κατοχής», Λέλα Καραγιάννη 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here