Το αγοράκι της φωτογραφίας γεννήθηκε το 1947 στο Καψοχώρι της Ημαθίας.
Ήταν ο τέταρτος και μικρότερος γιος της οικογένειας.
Ο πατέρας, Βασίλης ήταν αγρότης και η μητέρα, Ελισάβετ, νοικοκυρά.
Η γη τους ήταν μικρή με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα και να μεγαλώνουν τα παιδιά τους με δυσκολία.
Το σπίτι τους ήταν πλίθινο και βρισκόταν στο κέντρο του μικρού χωριού, που εκείνη την εποχή είχε συνολικά περίπου 50 σπίτια.
Αποτελούνταν από δύο δωμάτια στα οποία ζούσαν έξι άτομα. Ένα το οποίο χρησιμοποιούσαν ως κουζίνα, τραπεζαρία και καθιστικό και το άλλο ήταν το υπνοδωμάτιο όλων των μελών της οικογένειας.
Στην αυλή υπήρχε η τουαλέτα και ένας χτιστός φούρνος, όπου η μητέρα έψηνε καθημερινά ψωμί.
Παρά τη φτώχια, που ήταν γενικό φαινόμενο, κανείς δεν γκρίνιαζε ιδιαίτερα και η οικογένεια ήταν αγαπημένη.
Τα τέσσερα αγόρια μετά το σχολείο βοηθούσαν τον πατέρα τους στο χωράφι.
Ο μικρός της φωτογραφίας δεν ήταν καλός μαθητής και ως παιδί ήταν ζωηρό. Χτυπούσε συχνά και ακόμα και σήμερα έχει κάποια σημάδια στο σώμα και το πρόσωπό του, που του θυμίζουν τις σκανταλιές της παιδικής ηλικίας.
Στην αυτοβιογραφία του ως διάσημος πια συνθέτης και δεξιοτέχνης του μπουζουκιού αναφέρει: «Δεν μπορώ να πω ότι τα παιδικά μου χρόνια ήταν ξέγνοιαστα. Με «βάραινε» που σχεδόν μωρό ακόμα, έπρεπε να σηκωθώ μια η ώρα τα μεσάνυχτα για να πάω να αλλάξω τους σωλήνες που ποτιζόταν το βαμβάκι.
Παρόλο που αγαπώ τη γεωργία και σήμερα ακόμη ασχολούμαι με τέτοιες εργασίες, δεν την ήθελα. Ήταν βάσανο μεγάλο. Τις σωλήνες τις κουβαλούσαμε με άλογα και μετά με τα χέρια…»

Όταν τελείωσε το δημοτικό με μέτριο βαθμό, γράφτηκε σε τεχνική σχολή Ηλεκτρολόγων Μηχανολόγων, αλλά η μεγάλη του αγάπη ήταν η μουσική.
«Με συνέπαιρναν οι ήχοι και οι σκοποί» έχει αναφέρει.
Όταν ήταν περίπου 10 χρονών, ένας ξάδελφός του πήρε ένα ακορντεόν, στο οποίο έμαθε και εκείνος να παίζει κάποιες μελωδίες, ώσπου μια μέρα ο μεγάλος του αδελφός ο Γιώργος, πήγε στο σπίτι ένα μπουζούκι, με σκοπό να μάθει να παίζει.
Αντί για τον μεγάλο γιο, τελικά έμαθε ο μικρός.
Οι γονείς του όμως δεν συμφωνούσαν, καθώς την εποχή εκείνη το μπουζούκι ήταν κακόφημο.
«Παράτα το, αλήτης θα γίνεις;» του έλεγε ο πατέρας του.
Ο μικρός άκουγε τα τραγούδια από το τζουκ μποξ στο καφενείο του αδελφού του και σιγά, σιγά μάθαινε μόνος του να τα παίζει. Ένας γείτονας, που είχε εντοπίσει το ταλέντο του, έπεισε τον πατέρα του να τον πάει σε δάσκαλο για να μάθει μουσική.
Σε λίγο καιρό έκανε και την πρώτη του εμφάνιση σε ένα τοπικό καφενείο. Η αρχή είχε γίνει και στα χέρια του το όργανο γινόταν μαγικό.
Έτσι ξεκίνησε η μεγάλη καριέρα του Χρήστου Νικολόπουλου, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε αλήτης, αλλά υπήρξε πάντα ένας υποδειγματικός επαγγελματίας και οικογενειάρχης!

12650320_1128507643834744_746272296_n

Διαβάστε επίσης: «Νταλίκες», το θρυλικό τραγούδι του Νικολόπουλου που σημάδεψε τη δεκαετία του ΄80, παραλίγο να μην κυκλοφορήσει. Έδωσε το όνομά του σε δύο νυχτερινά κέντρα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη που έγραψαν ιστορία στη διασκέδαση.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here