Πηγή: Πειραιόραμα
Όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες θεατρικές αίθουσες στα τέλη του 19ου αιώνα, ο κόσμος πήγαινε τακτικά να παρακολουθήσει θεατρικές παραστάσεις, οπερέτες, μελοδράματα και κάθε μουσική παράσταση που ανέβαινε.

Ανάρπαστα είχαν γίνει τα υπαίθρια θέατρα τα οποία ο κόσμος αποκαλούσε «μανδροθέατρα», καθώς τα περισσότερα ήταν πρόχειρα φτιαγμένα και μόνο λίγα ήταν κατασκευασμένα από αρχιτέκτονα ειδικά για τον συγκεκριμένο σκοπό.
Στην κατηγορία των υπαίθριων θεάτρων ανήκε φυσικά το γνωστό θεατράκι του Νέου Φαλήρου, έργο του Τσίλερ. Ωστόσο, ο πρόγονός του, που βρισκόταν από την άλλη πλευρά της παραλίας, αποτελούσε ένα είδος μανδροθέατρου, όπως και τα περισσότερα υπαίθρια θέατρα στον Πειραιά. Αποτελούνταν από μια πρόχειρη σκηνή με φωτισμό από πυρσούς ή φωταέριο.

Στα προγράμματα εκείνης της εποχής, τα οποία ήταν σχετικά ακριβά αφού κόστιζαν από 75 λεπτά έως και δύο δραχμές ανάλογα με την παράσταση, ήταν γραμμένα με ψιλά γράμματα στο κάτω μέρος: «Ο φόρος και το μαξιλάρι εις βάρος των θεατών». Κι αυτό διότι επρόκειτο στην πλειονότητά τους για «μανδροθέατρα», τα οποία δεν διέθεταν καθίσματα άνετα για τους θεατές. Πολλά δεν είχαν καν καθίσματα αλλά πάγκους!

Το «μαξιλάρωμα»

Έτσι, για να εξασφαλίσει κάποιος μια άνετη παράσταση όφειλε να αγοράσει μαξιλάρι, αλλιώς θα υποβαλλόταν σε δίωρο βασανιστήριο επί πάγκου, ειδικά εάν η παράσταση δεν ήταν της αρεσκείας του.
Όμως, το μαξιλάρι στη συνέχεια άλλαζε χρήση, καθώς αποτελούσε ένα είδος ψηφοφορίας για την επιτυχία ή την αποτυχία της παράστασης, αφού στο τέλος της, εάν τα μαξιλάρια έμεναν επί των πάγκων σήμαινε την επιτυχία του έργου. Εάν όμως εκσφενδονίζονταν προς τη σκηνή, ιδιαίτερα τη στιγμή της υπόκλισης των συντελεστών και πρωταγωνιστών, τότε αποτελούσε μια μορφή αποδοκιμασίας, που σήμαινε την αποτυχία της παράστασης. Ήταν το γνωστό σε όλους μαξιλάρωμα!
Το μαξιλάρωμα ήταν ο φόβος και ο τρόμος των συντελεστών ενός έργου, καθώς δεν ήταν ευχάριστο στο τέλος να πέφτουν στο κεφάλι σου περισσότερα από εκατό μαξιλάρια – ανάλογα με τον αριθμό των θεατών.
Με «μαξιλάρωμα» έχουν «βαπτιστεί» σχεδόν όλοι οι θεατρικοί συγγραφείς, ηθοποιοί, μουσικοί της όπερας και της οπερέτας της εποχής εκείνης, έστω και εάν η μετέπειτα πορεία τους ήταν διαφορετική. Του μαξιλαρώματος δεν εξαιρούνταν και οι γυναίκες!
Οι θεατράνθρωποι είχαν ενοχληθεί τόσο από αυτή τη συμπεριφορά, ώστε συχνά κατέκριναν το «βάρβαρο έθιμο» στις εφημερίδες.
Το μαξιλάρωμα κράτησε για πολλά χρόνια, αναφέρονται δε περιστατικά μαξιλαρώματος ακόμα και προπολεμικά.
Στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το γνωστό σφύριγμα αποδοκιμασίας.
Πολλοί θεατρικοί συγγραφείς τότε είχαν προβληματιστεί με αυτή τη συμπεριφορά, καθώς πίστευαν είτε ότι κάποιοι πήγαιναν στις παραστάσεις μόνο για τον «χαβαλέ» του μαξιλαρώματος είτε ήταν «μισθωμένοι ταραξίες» από αντίπαλους θιάσους για να προκαλέσουν την αποδοκιμασία μέσω μαξιλαρώματος.
Έφθασαν κάποτε στο σημείο να πληρώνουν δικούς τους ανθρώπους, ώστε να μαξιλαρώνουν εκείνους που αναίτια ξεκινούσαν μαξιλάρωμα κατά των συντελεστών. Με την τακτική αυτή όμως, η πλατεία μετατρεπόταν σε πεδίο μάχης, που συνήθως είχε ως αποτέλεσμα την επέμβαση της αστυνομίας.
Ο μαξιλαροπόλεμος των παραστάσεων έλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε πολλές θεατρικές παραστάσεις δίνονταν παρουσία αστυνομικών.
Η εφημερίδα «ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ» έγραψε ότι ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, για να διαπιστώσει του λόγου το αληθές, ανέβασε κάποια φορά το δικό του έργο «Μονάκριβη» χρησιμοποιώντας το όνομα του ιταλού συγγραφέα Ροβέρτου Στράνι. Κάποια άλλη φορά ανέβασε το «Μεντόρ», το οποίο ήταν γαλλικό έργο (του Μαλέν) ως δικό του με το όνομα «Μούργος» για να δει πως θα αντιδράσουν οι θεατές.
Πραγματικά, με τις δοκιμές αυτές ο μεγάλος Ξενόπουλος γράφει στην εφημερίδα «Πρόοδο» για τους τάχα «δυσαρεστημένους» θεατές: «Τους έπιασα λοιπόν με το πείραμα που έκανα, τους έπιασα και δεν τους πιστεύω πια».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ: Αυτό είναι το πρώτο θέατρο της Αθήνας που ήταν ξύλινο και κατασκευάστηκε το 1835 στην ερημική Αιόλου! Ένα χρόνο αργότερα βγήκε σε πλειστηριασμό…. 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here