Μετά την ήττα της στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η Γερμανία χωρίστηκε σε τέσσερα τμήματα.
Ένα για κάθε νικητή συν τη Γαλλία. Οι υπόλοιποι τομείς ανήκαν στη Μεγάλη Βρετανία, τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση.
Το Βερολίνο, είχε χωριστεί εκ νέου στα δύο, αν και γεωγραφικά βρισκόταν εξ’ ολοκλήρου στο τμήμα της σοβιετικής ένωσης.
Η δυτική πλευρά ανήκε στους «καπιταλιστές» Βρετανούς και Αμερικάνους, ενώ η ανατολική στην κομμουνιστική σοβιετική ένωση.

Αρχικά οι σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών διατηρούνταν φιλικές, έστω και τυπικά.
Τη δεκαετία του ’50, όμως, οι εντάσεις πολλαπλασιάστηκαν.
Το δυτικό τμήμα άκμαζε οικονομικά, ενώ το ανατολικό αντιμετώπιζε οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα.
Χιλιάδες άνθρωποι περνούσαν στη δυτική πλευρά, για να βρουν δουλειά και ένα καλύτερο αύριο.
Το 1950 αποχώρησαν 187 χιλιάδες, το 1951 έφτασαν τις 182 χιλιάδες.
Το 1953, έφυγαν 331 χιλιάδες Γερμανοί που προτιμούσαν το δυτικό τρόπο ζωής από τον κομμουνιστικό.

Το μεγαλύτερο ποσοστών των φυγάδων ήταν νέοι και μορφωμένοι.
Η απώλεια ήταν τεράστια για την Ανατολική Γερμανία, που έχανε την ενέργεια και τη δύναμη της νεολαίας.
Άνθρωποι από όλη την ανατολική Γερμανία έρχονταν στο Βερολίνο για να περάσουν στην απέναντι πλευρά, καθώς ήταν το κοντινότερο δυτικό σημείο.
Οι ανατολικές αρχές προσπάθησαν να διακόψουν τη φυγή, με αυστηρότερους ελέγχους στα σύνορα, αλλά δεν είχαν κάποιο αποτέλεσμα.
Έπρεπε να πάρουν πιο δραστικά μέτρα.

Το τείχος του Βερολίνου

Στις 15 Ιουνίου του 1961, ο Γενικός Γραμματέας του κόμματος SED, Βάλτερ Ούλμπριχτ, δήλωσε ότι «κανείς δεν σκοπεύει να χτίσει κάποιο τείχος».
Ενάμισι μήνα αργότερα, ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, Νικίτα Χρουστσόφ, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ούλμπριχτ, πρότείνε τη δημιουργία ενός τείχους.
Στις 13 Αυγούστου, άρχισαν να κλείνουν τα σύνορα με συρματόπλεγμα.
Στις 15 Αυγούστου, μπήκαν τα πρώτα τούβλα, υπό την επίβλεψη στρατιωτών της Ανατολικής Γερμανίας, που απειλούσαν ότι θα πυροβολήσουν όποιον δεν συνεργαζόταν.

Ήταν η τελευταία ευκαιρία για τους κατοίκους της ανατολής, να περάσουν στη δύση.
Ο 19χρονος στρατιώτης Κόνραντ Σούμαν, από φρουρός έγινε «δραπέτης». Άδραξε την ευκαιρία και πήδηξε πάνω από το συρματόπλεγμα, λίγο πριν αντικατασταθεί από το πανύψηλο τείχος.
Το άλμα απαθανατίστηκε σε μία φωτογραφία που έχει μείνει στην ιστορία.

Ο 19χρονος στρατιώτης Κόνραντ Σούμαν άδραξε την ευκαιρία και πήδηξε πάνω από το συρματόπλεγμα, λίγο πριν αντικατασταθεί από το πανύψηλο τείχος.
Ο 19χρονος στρατιώτης Κόνραντ Σούμαν άδραξε την ευκαιρία και πήδηξε πάνω από το συρματόπλεγμα, λίγο πριν αντικατασταθεί από το πανύψηλο τείχος.

Το τείχος υψωνόταν μπροστά στα μάτια των εμβρόντητων Βερολινέζων, που συνειδητοποιούσαν ότι θα έχαναν κάθε επικοινωνία με τους συγγενείς και φίλους τους στην απέναντι πλευρά.
Για όσους εργάζονταν στο δυτικό Βερολίνο, αλλά έμεναν στο Ανατολικό, σήμαινε ότι θα έμεναν άνεργοι.
Αν και οι δυτικές αρχές δήλωσαν έξαλλοι με την ακραία κίνηση της Ανατολικής Γερμανίας, κανείς δεν φάνηκε πρόθυμος να την σταματήσει.
Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή της ανατολικής Γερμανίας, το τείχος χτίστηκε για να προστατέψει την ανατολή από τη διεφθαρμένη, καπιταλιστική δύση.
Βέβαια όλοι γνώριζαν ότι στην πραγματικότητα, ήθελαν να εμποδίσουν τη μαζική μετανάστευση.

Παιδιά παίζουν στο νεόχτιστο τείχος
Παιδιά παίζουν στο νεόχτιστο τείχος

Το τείχος έγινε το σύμβολο του «Ψυχρού Πολέμου», καθώς και της καταπιεστικής σοβιετικής ένωσης.
Οι στρατιώτες που το φρουρούσαν είχαν εντολές να πυροβολήσουν όποιον επιχειρούσε να διαφύγει.
Εκατοντάδες φυλακίστηκαν, ενώ τα θύματα υπολογίζεται ότι φτάνουν τα 200.
Δυτικό και ανατολικό Βερολίνο ενώθηκαν ξανά τον Νοέμβριο του 1989, όταν άνοιξε το τείχος.
Η κατεδάφισή του ολοκληρώθηκε το 1992.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
«Η βροχή ξέθαβε νεκρούς και τρώγαμε σκύλους». Ο μοναδικός Κύπριος που πολέμησε στο Βιετνάμ θυμάται τη φρίκη αλλά δεν αποκαλύπτει την μυστική αποστολή που έλαβε μέρος…

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here