ΠΗΓΗ: «Γράφοντας της ζωές των άλλων. Αποκαλυπτικά πορτρέτα συγγραφέων – μύθων», Χαβιέρ Μαρίας. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Από το 1878 μέχρι το 1879 δεν νοούνταν λαμπρή εκδήλωση ή γιορτή στο Λονδίνο, χωρίς την παρουσία του Χένρι Τζέιμς.
Ο συγγραφέας έφτασε στο σημείο να δεχτεί 140 προσκλήσεις για δείπνο μέσα σε ένα χρόνο.

Ο σχολαστικός Τζέιμς
Ο Χένρι Τζέιμς σε νεαρή ηλικία
Ο Χένρι Τζέιμς σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους αμερικανούς ρεαλιστές συγγραφείς του 19ου αιώνα και από τους θεμελιωτές της κριτικής λογοτεχνικών έργων. Δημοσίευσε περίπου τριάντα μυθιστορήματα και νουβέλες, πάρα πολλά διηγήματα και κριτικά δοκίμια.

Ο Χένρι Τζέιμς ήταν ψηλός, αρκετά εύσωμος, εντελώς φαλακρός, με βλέμμα έξυπνο και διεισδυτικό.
Οι οικείοι θυμούνταν ότι μιλούσε όπως έγραφε, αποτέλεσμα της συνήθειάς του να υπαγορεύει τα μυθιστορήματά του τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ήταν τόσο σχολαστικός με τη γλώσσα και τις πιθανές ανακρίβειες, που η διατύπωση της πιο απλής ερώτησης σε μια υπηρέτρια μπορεί να διαρκούσε τρία λεπτά. Ο λόγος του κατέληγε πολλές φορές να γίνει εντελώς έμμεσος και δυσνόητος.

Θέλοντας κάποτε να αναφερθεί σε ένα σκύλο και με σκοπό να αποφύγει τον απευθείας όρο, προτίμησε να τον ορίσει ως «κάτι μαύρο, κάτι σκυλίσιο…».
Μια άλλη φορά, μην τολμώντας να πει απερίφραστα ότι μια ηθοποιός ήταν πολύ άσχημη, περιορίστηκε στην ειρωνική πρόταση:
«Εκείνο το καημένο το γύναιο έχει κάτι από τη χάρη των πτωμάτων».

Η «φάρσα» του Χουέφερ

Μιλούσε με τόσες παρεμβολές και παρενθέσεις, που συχνά βρισκόταν αντιμέτωπος με δυσάρεστες καταστάσεις.
Ένα βράδυ βγήκε για περίπατο με τον φίλο του, τον συγγραφέα Χουέφερ και τον σκύλο του, τον Μαξιμίλιαν.
Κάποια στιγμή και με σκοπό να κλείσει την ημιτελή φράση του με την απαιτούμενη έμφαση, ο Τζέιμς σταμάτησε, κάρφωσε το μπαστούνι του στο έδαφος και έμεινε να ρητορεύει σ’ αυτή τη στάση για πολλή ώρα, ενώ ο σκύλος του έτρεχε πάνω κάτω.
Ήταν δεμένος με λουρί και άρχισε να το τυλίγει γύρω απ’ το μπαστούνι και τα πόδια των αντρών, εγκλωβίζοντάς τους.
Όταν ο Τζέιμς ολοκλήρωσε τον λόγο του και θέλησε να συνεχίσει τον περίπατο, είδε ότι ήταν ακινητοποιημένος.
Αφού κατάφερε με κάποια δυσκολία να λυθεί, στράφηκε προς τον Χουέφερ και κραδαίνοντας το μπαστούνι του, φώναξε:
«Χουέφερ! Είστε απελπιστικά νέος, αλλά στην ηλικία σας πλέον, για να μην πω και από πιο νωρίς, είναι εντελώς ηλίθιο να σκαρώνετε τέτοιου είδους φάρσες! Η-λ-ι-θ-ι-ο!»

Το μίσος για τον Φλομπέρ και τον Όσκαρ Γουάιλντ

Ήταν πολύ προσεκτικός και απαιτητικός με τους κανόνες φιλοξενίας.
Ο αληθινός κίνδυνος δεν ήταν να είσαι καλεσμένος, αλλά οικοδεσπότης του, επειδή ανάλογα με την υποδοχή που του έκαναν, κατέληγε σε καθοριστικά συμπεράσματα για το ποιόν του οικοδεσπότη.
Για παράδειγμα, θαύμαζε τον Τουργκένιεφ, αλλά απεχθανόταν τον Φλομπέρ, επειδή μια φορά τον υποδέχτηκε με τη ρόμπα.
Επρόκειτο μάλλον για ένα ένδυμα εργασίας, αυτό που στα γαλλικά συνήθιζαν να λένε chandail (χοντρό πουλόβερ) και απ’ τη μεριά του Φλομπέρ ήταν ένας τρόπος να τον τιμήσει και να τον δεχτεί με οικειότητα στο σπίτι του. Για τον Τζέιμς όμως, δεν ήταν τίποτα παρά μια ρόμπα και ποτέ δεν του το συγχώρεσε.
Ήταν πλέον γεγονός για εκείνον ότι ο Φλομπέρ ήταν ένας άνθρωπος που τα έκανε όλα με τη ρόμπα.
Κατά συνέπεια, τα βιβλία του ήταν όλα σκέτη αποτυχία, εκτός από τη «Μαντάμ Μποβαρί», που ο Τζέιμς δεχόταν ότι μπορεί να την είχε γράψει φορώντας το γιλέκο του.

Γκουστάβ Φλομπέρ
Γκουστάβ Φλομπέρ

Ούτε η συνάντησή του με τον Όσκαρ Γουάιλντ ήταν πολύ εγκάρδια, όταν τον επισκέφτηκε στην Αμερική.
Όταν ο Τζέιμς ανέφερε ότι είχε πεθυμήσει το Λονδίνο, ο Γουάιλντ τον κοίταξε υποτιμητικά και τον χαρακτήρισε επαρχιώτη, λέγοντας:
«Αλήθεια! Έχει σημασία για εσάς ο τόπος; Εμένα σπίτι μου είναι ο κόσμος!»
Από τότε ο Τζέιμς, όταν αναφερόταν στον Γουάιλντ, τον αποκαλούσε «ρυπαρό κτήνος», «ξιπασμένο ηλίθιο» ή «φουκαρά αγροίκο».

Όσκαρ Γουάιλντ
Όσκαρ Γουάιλντ

Αντιθέτως, ο ενθουσιασμός του για τον Μοπασσάν δεν είχε όρια. Ο Γάλλος διηγηματογράφος τον είχε δεχτεί σε γεύμα, συντροφιά με μία γυμνή γυναίκα που φορούσε μάσκα.
Αυτό ο Τζέιμς το θεώρησε ως το αποκορύφωμα της λεπτότητας, κυρίως όταν ο Μοπασσάν τον πληροφόρησε ότι δεν επρόκειτο για καμιά εταίρα, ούτε για πόρνη, υπηρέτρια ή ηθοποιό, αλλά για μια femme du monde, μια γυναίκα του κόσμου.

Γκι ντε Μοπασσάν
Γκι ντε Μοπασσάν

«Αυτό το εξαίσιο πράγμα!»

Ο Χένρι Τζέιμς πέθανε το απόγευμα της 28ης Φεβρουαρίου 1916, στα 72 του χρόνια, μετά από μια μακρόχρονη αρρώστια κατά την οποία συχνά παραληρούσε.
Μια μέρα υπαγόρευσε δύο επιστολές, θεωρώντας πως ήταν ο Μέγας Ναπολέων.
Η μία απευθυνόταν στον αδερφό του, Ιωσήφ Βοναπάρτη και τον πίεζε να δεχτεί τον θρόνο της Ισπανίας.
Αρκετούς μήνες πριν, όταν συνήλθε από το πρώτο του εγκεφαλικό, κατάφερε να διηγηθεί ότι τη στιγμή που έπεφτε στο πάτωμα είχε ακούσει στο δωμάτιο μια φωνή να λέει: «Να το λοιπόν, επιτέλους, αυτό εξαίσιο πράγμα!»

Ποιος ήταν ο Χένρυ Τζέιμς

Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1843 και καταγόταν από πλούσια οικογένεια διανοουμένων. Ο πατέρας του ήταν θεολόγος και φιλόσοφος, ο αδελφός του ήταν ο ψυχολόγος και φιλόσοφος William James. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε ταξιδεύοντας στην Ευρώπη, όπου μαθήτευσε σε μεγάλους εκπαιδευτικούς της εποχής. Αργότερα γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Χάρβαρντ, αλλά τελικά προτίμησε την λογοτεχνία. Το 1864 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα «Tragedy of Error» και από τότε τον κέρδισε η συγγραφή. 
Τα γνωστότερα διηγήματά του είναι η «Ντέιζη Μίλερ» (1878) και «Το στρίψιμο της βίδας» (1898). Από τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του είναι η «Πλατεία Ουάσινγκτον» (1880) και «Το Χρυσό Κύπελλο» (1904).
Έζησε τα τελευταία 53 χρόνια της ζωής του στην Αγγλία. Το 1914, με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο James υποστήριξε ένθερμα τις προσπάθειες των Βρετανών. Ενοχλημένος από την απροθυμία της αμερικανικής κυβέρνησης να μπει στον πόλεμο, έγινε Βρετανός πολίτης το 1915, ενώ έλαβε το 1916 από τον βασιλιά George V τιμητικό αξίωμα του Τάγματος της Τιμής. 

ΠΗΓΗ: «Γράφοντας της ζωές των άλλων. Αποκαλυπτικά πορτρέτα συγγραφέων – μύθων», Χαβιέρ Μαρίας. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΤΑΚΗ

Ivan-Turgenev-007Διαβάστε ακόμα: Ιβάν Τουργκένιεφ. Ο περίφημος λογοτέχνης που προκάλεσε τον φίλο του, Τολστόι σε μονομαχία. Η μάνα και η γιαγιά του βασάνιζαν τους υπηρέτες και τα εγγόνια με αδιανόητες μεθόδους.

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here