Ο φανταστικός κόσμος του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1805 στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Δανίας, Οντένσε.
Η κοινωνική θέση της οικογένειάς του ήταν πολύ χαμηλή, στοιχείο που απέκρυπτε σε όλη του τη ζωή.
Ο πατέρας του ήταν τσαγκάρης και με δυσκολία συντηρούσε οικονομικά την οικογένειά του.
Η σύζυγός του και μητέρα του Χανς, είχε αποκτήσει μία κόρη όσο ήταν ακόμα ανύπαντρη και το κοινωνικό στίγμα την ακολούθησε και στο γάμο της.
Ο Άντερσεν φοβόταν πάντα ότι η ετεροθαλής αδελφή του θα επέστρεφε ξαφνικά στη ζωή του και θα του ζητούσε οικονομική ενίσχυση.
Ο φόβος του έγινε πραγματικότητα, αλλά πολλά χρόνια αργότερα, όταν ο Άντερσεν ήταν ένας πετυχημένος συγγραφέας.

Ο παππούς του από τη μεριά του πατέρα του έπασχε από σοβαρή ψυχολογική ασθένεια, την οποία ο Άντερσεν πίστευε ότι είχε κληρονομήσει.
Ο φανταστικός κόσμος του Άντερσεν βασίστηκε στις διηγήσεις της γιαγιάς του, πάλι από τη μεριά του πατέρα του, που υποστήριζε ότι η οικογένειά τους καταγόταν από το βασιλιά της Δανίας, Χριστιανό Η’.
Ο ισχυρισμός της δεν αποδείχτηκε ποτέ, αλλά ο νεαρός Άντερσεν παρηγορούνταν από την ιδέα της βασιλικής καταγωγής.

Το πάθος για το θέατρο

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Η μόρφωση του Άντερσεν ήταν εξαιρετικά επιφανειακή, σε σημείο που σε μεγάλη ηλικία και δεν ήξερε γραμματική και ορθογραφία.
Όμως, διέθετε ευφυΐα και ευαισθησία που καλλιεργήθηκε από πολύ μικρή ηλικία.
Το 1812, όταν ήταν 7 ετών, παρακολούθησε την πρώτη θεατρική παράσταση της ζωής του, εμπειρία που τον στιγμάτισε.
Ήταν η όπερα του αυστριακού συνθέτη Φέρντιναντ Κάουερ με τίτλο, «Η Γοργόνα του Δούναβη», όπου ο Άντερσεν αντίκρισε για πρώτη φορά μία από τις διασημότερες ηρωίδες του.
Ο μικρός επισκεπτόταν το θέατρο τόσο συχνά, που τον έμαθαν όλοι οι εργαζόμενοι και γοητεύτηκαν από τον ενθουσιασμό του μικρού παιδιού.
Μάλιστα ο Άντερσεν έγραψε μια ολόκληρη τραγωδία, που απήγγειλε δυνατά σε όποιον τύχαινε να σταθεί δίπλα του.
Παρακαλούσε τη μητέρα του να τον αφήσει να γίνει ηθοποιός και εκείνη δέχτηκε, αφού συμβουλεύτηκε ένα μέντιουμ που προέβλεψε ότι ο γιος της θα γινόταν μεγάλος και τρανός.

Οι απορρίψεις

Το 1819 εγκαταστάθηκε στην Κοπεγχάγη, όπου σκόπευε να ακολουθήσει καριέρα στο θέατρο ως τραγουδιστής, χορευτής και ηθοποιός.
Αλλά οι απογοητεύσεις έρχονταν η μία μετά την άλλη.
Παρουσίασε μία δική του χορογραφία στη διάσημη μπαλαρίνα Άννα Σολ.
Η εντύπωση που της έκανε ήταν τόσο αρνητική, που τον έδιωξε με τις κλωτσιές από το στούντιό της.
Ο διευθυντής του βασιλικού θεάτρου τον συμβούλευσε να επιστρέψει στην Οντένσε και να ασχοληθεί με κάποια άλλη τέχνη, γιατί στο θέατρο δεν είχε μέλλον.

Ο Άντερσεν, ξεροκέφαλος και επίμονος, δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια και επισκέφτηκε απρόσκλητος τον διευθυντή της βασιλικής χορωδίας.
Ο διευθυντής δειπνούσε με στενούς του φίλους και ο Άντερσεν, δίχως ντροπή και δισταγμό, άρχισε να τραγουδά και να απαγγέλλει Σέξπιρ μπροστά τους.
Το θάρρος του εντυπωσίασε το συνθέτη Βέις, που αποφάσισε να τον εκπαιδεύσει.
Δυστυχώς μέσα σε ένα χρόνο, η φωνή του Άντερσεν άρχισε να εξασθενεί και για ακόμα μία φορά, του πρότειναν να επιστρέψει στην Όντενσε.

Το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άντερσεν
Το σπίτι που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Άντερσεν

Ο «αμόρφωτος» συγγραφέας

Μετά από πολλές απορρίψεις, ο Άντερσεν αποφάσισε να ασχοληθεί με το θέατρο όχι ως ηθοποιός, αλλά ως συγγραφέας.
Το 1821 έγραψε μία τραγωδία, αλλά το κείμενο ήταν τόσο ανορθόγραφο που όσοι το διάβασαν θεώρησαν ότι ο Άντερσεν τους κορόιδευε.

Ο μοναδικός που αντέδρασε θετικά ήταν ο αξιωματικός του ναυτικού και μετέπειτα μεταφραστής του Σέξπιρ, Πίτερ Φρέντερικ Γουφ.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν
Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Ο αξιωματικός αντιλήφθηκε την αξία του Άντερσεν ως συγγραφέα και έπεισε το βασιλικό θέατρο να τον προσλάβει, αφού όμως ολοκλήρωνε τη σχολική του εκπαίδευση.
Έτσι, ο Άντερσεν επέστρεψε στο σχολείο σε ηλικία 17 ετών.
Τα πρώτα χρόνια ο ενθουσιασμός του ξεπερνούσε το άγχος του, αλλά καθώς οι εξετάσεις δυσκόλευαν, ο Άντερσεν άρχισε να παραλύει.
Φοβόταν μην απογοητεύσει τους μέντορές του στο θέατρο και περιέγραφε τα συναισθήματά του στο ημερολόγιό του:
«Τι θα γίνει με εμένα; Ποια θα είναι η κατάληξή μου; Η δυνατή φαντασία μου θα με οδηγήσει στο άσυλο των τρελών και η οργή μου θα γίνει η αυτοκτονία μου. Πριν, αυτά τα δύο στοιχεία θα με έκαναν μεγάλο συγγραφέα! Ω Θεέ μου!»

Με πολλή προσπάθεια και κούραση, ο Άντερσεν κατάφερε να πάρει πανεπιστημιακό πτυχίο στη φιλοσοφία και τη φιλολογία το 1829.
Μέσα στα επόμενα χρόνια, κυκλοφόρησαν σύντομες ιστορίες του που δέχτηκαν πολύ καλές κριτικές και έτσι σταδιακά, ξεκίνησε η ένδοξη πορεία του προς την παγκόσμια αναγνώριση.
Το 1833 το όνομα του Άντερσεν έφτασε στην αυλή του βασιλιά Φρειδερίκου Στ’, που δέχτηκε να χρηματοδοτήσει τα ταξίδια του συγγραφέα στην Ευρώπη, βάσει τον οποίων θα συνέθετε ταξιδιωτικά ημερολόγια.
Ο Άντερσεν είχε βρει επιτέλους το ταλέντο του.

Οι ερωτικές απογοητεύσεις και η σεξουαλική αποχή

Όλοι οι βιογράφοι του Άντερσεν συμφωνούν ότι ο συγγραφέας δεν είχε ποτέ σεξουαλική επαφή στη ζωή του.
Αυτό όμως δεν σήμαινε ότι δεν ένιωθε σεξουαλική επιθυμία.
Ο Άντερσεν έγραφε στο ημερολόγιό του κάθε φορά που αυνανιζόταν και τις ημέρες που η εμπειρία ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, σημείωνε ένα σταυρό δίπλα στην ημερομηνία.
Αρνούνταν όμως πεισματικά να συνευρεθεί με γυναίκα που δεν ήταν ερωτευμένος και δυστυχώς, όσες είχε κυνηγήσει, δεν ανταπέδιδαν τα συναισθήματά του.

Τζένι Λιντ
Τζένι Λιντ

Ο παιδικός του έρωτας ήταν η Ρίμποργκ Βόιτ, αδελφή ενός συμμαθητή του Άντερσεν.
Η πανέμορφη έφηβη απέρριψε τον έρωτα του Άντερσεν και του ανακοίνωσε ότι ήταν ήδη αρραβωνιασμένη.
Ο συγγραφέας ένιωσε απόγνωση να τον κατακλύζει και γέμισε σελίδες στο ημερολόγιό του με τον ψυχικό του πόνο.
Το 1833 ερωτεύτηκε την Λουίζ, την κόρη του μέντορά του στο θέατρο, Γιόνας Κόλιν.
Για ακόμα μία φορά όμως, η κοπέλα αρνήθηκε τον Άντερσεν και επέλεξε να αρραβωνιαστεί με άλλο άντρα.
Ορισμένοι βιογράφοι υποστηρίζουν ότι ο Άντερσεν έτρεφε ρομαντικά συναισθήματα και για τον αδελφό της Λουίζ, Έντβαρντ. Δεν έχει αποδειχτεί όμως ότι ήταν αμφιφυλόφιλος.
Ο συγγραφέας είχε ζήσει πολύ καιρό με την οικογένεια Κόλιν και διατήρησε στενές σχέσεις μαζί τους μέχρι και το θάνατό του.

Το 1837 ο 32χρονος Άντερσεν ερωτεύτηκε τη 16χρονη Σόφι Όρστεντ, κόρη του διάσημου επιστήμονα Χανς Κρίστιαν Όρστεντ, που συνέβαλε στην ανακάλυψη του ηλεκτρομαγνητισμού.
Η κοπέλα ανήκε σε πολύ ψηλότερη κοινωνική θέση απ’ τον Άντερσεν και δεν υπήρχαν πραγματικές πιθανότητες να δεχτεί την πρόταση γάμου που της έκανε.
Σε επιστολή, της έγραφε: «Τώρα δεν θα παντρευτώ ποτέ! Δεν υπάρχουν άλλα κορίτσια για εμένα. Κάθε μέρα γίνομαι όλο και πιο εργένης. Μέχρι χθες ήμουν ανάμεσα στους νεαρούς, τώρα ξαφνικά γέρασα. Αχ Σόφι μου, αν ήξερες πόσο χαρούμενη θα σε έκανα, αρκεί να είχα τα χρήματα».

Ο τελευταίος μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν η σουηδή σοπράνο Τζένι Λιντ.
Γνωρίστηκαν το 1843 στη Κοπεγχάγη και ο Άντερσεν μαγεύτηκε από τη φωνή και την ευαισθησία της.
Συναντήθηκαν συχνά σε διάφορα ταξίδια τους και ανέπτυξαν πολύ στενή σχέση, που δυστυχώς όμως δεν είχε αίσιο τέλος.
Το 1846, σε ένα πρωτοχρονιάτικο πάρτι, η Λιντ τον αποκαλούσε συνεχώς «αδελφό» της και ο Άντερσεν αντιλήφθηκε ότι δεν συμμεριζόταν τον έρωτά του.
Παρ’ όλα αυτά της έκανε πρόταση γάμου, την οποία έγραψε σε επιστολή, γιατί ντρεπόταν να της μιλήσει.
Ο Άντερσεν βίωσε την απόρριψη για ακόμα μία φορά.

Στα ταξίδια του στην Ιταλία, ο συγγραφέας ένιωθε να δέχεται επίθεση από τις αισθησιακές γυναίκες που έβλεπε στους δρόμους, πολλές από τις οποίες προσέφεραν τις σεξουαλικές τους υπηρεσίες.
Μία μέρα, μπήκε σε πειρασμό να δεχτεί την πρόταση μία πανέμορφης πόρνης, αλλά τελικά δεν υπέκυψε και έγραψε στο ημερολόγιό του: «Με ερέθισε, αλλά αντιστάθηκα στον πειρασμό! Αν είμαι ακόμα αθώος όταν γυρίσω στην πατρίδα, θα παραμείνω αθώος!»
Ο μεγάλος παραμυθάς πίστευε στον ανεκπλήρωτο, ρομαντικό έρωτα μέχρι το τέλος της ζωής του.

Επισκέφθηκε και την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1841. Στο οδοιπορικό του «Το Παζάρι ενός ποιητή», περιγράφει τις εμπειρίες του από την παραμονή του στην Αθήνα.

Επισκέφθηκε  το Θησείο, το Φάληρο, τον Κολωνό και σχεδόν καθημερινά την Ακρόπολη. Επίσης, τόλμησε να φθάσει στα χωριά των Μεσογείων και στην Πεντέλη, περιοχές που έκρυβαν κινδύνους εξαιτίας των λήσταρχων της εποχής.

Την άνοιξη του 1872 και ενώ τα παραμύθια του τον είχαν κάνει διάσημο στη χώρα του, ο Άντερσεν έπεσε από το κρεβάτι του και χτύπησε σοβαρά. Δεν ξανάγινε ποτέ τελείως καλά και στις 4 Αυγούστου του 1875 πέθανε, σε ηλικία 70 ετών.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here