Η τραγωδία στη ζωή του ντε Ορί ήταν ότι δεν ήθελε να γίνει πλαστογράφος και προσπάθησε πολλές φορές να ξεφύγει.
Είχε όμως μεγάλο ταλέντο στην πλαστογραφία και αυτό εκμεταλλεύτηκαν αδίστακτοι συνεργάτες και διεφθαρμένοι έμποροι έργων τέχνης.
Αυτό που έκανε τόσο δύσκολη την αναγνώριση των πλαστογραφιών του ντε Ορί, ήταν ότι δεν αντέγραφε υπάρχοντα έργα διάσημων καλλιτεχνών, αλλά ζωγράφιζε καινούρια με το στυλ τους.
Ισχυρίστηκε ότι δεν υπέγραφε με το όνομα άλλων καλλιτεχνών τους καμβάδες του και ότι την υπογραφή την προσέθεταν οι έμποροι.
Ο ίδιος δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από τα να ζωγραφίζει με το όνομά του, αλλά σε όλη τη ζωή του, τα γνήσια έργα του δεν είχαν την ίδια ζήτηση ή χρηματική αξία με τα πλαστά.
Η τραγική ειρωνεία μετά τον θάνατό του είναι ότι οι πλαστοί Πικάσο, Μοντιλιάνι, Ματίς και Ρενουάρ που ζωγράφισε, είναι συλλεκτικοί.

Ελμίρ ντε Ορί

Υπάρχουν δύο εκδοχές για τη ζωή του ντε Ορί.
Σύμφωνα με τη δική του, κατάγεται από αριστοκρατική αυστροουγγρική οικογένεια με πατέρα πρέσβη και πλούσια μητέρα.
Η πραγματικότητα ήταν μάλλον λίγο πιο πεζή.
Πήγε σχολείο στη Βουδαπέστη και στη συνέχεια σπούδασε σε σχολή καλών τεχνών στο Βερολίνο.
Ήταν ταλαντούχος και σε ηλικία 21 ετών έγινε δεκτός σε μία από τις καλύτερες σχολές καλών τεχνών της Γαλλίας.
Όταν επέστρεψε στην Ουγγαρία, είχε προβλήματα με τις αρχές, πιθανόν λόγω μιας ομοφυλοφιλικής σχέσης με κάποιον που θεωρήθηκε ύποπτος ως Βρετανός κατάσκοπος.
Συνελήφθη και φυλακίστηκε.

Πλαστό έργο του Μοντιλιάνι από τον ντε Ορί
Πλαστό έργο του Μοντιλιάνι από τον ντε Ορί

Αποφυλακίστηκε μετά το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά τον έπιασαν ξανά σχεδόν αμέσως για διαφορετικό λόγο.
Η φασιστική ουγγρική κυβέρνηση άσκησε διωγμούς κατά των Εβραίων και των ομοφυλόφιλων.
Ο ντε Ορί, ύποπτος ως Εβραίος και ως ομοφυλόφιλος, συνελήφθη και κλείστηκε σε γερμανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Κατάφερε να επιβιώσει και να δραπετεύσει. Επέστρεψε στην Ουγγαρία, όπου διαπίστωσε πως οι γονείς του ήταν νεκροί και η περιουσία τους είχε κατασχεθεί.
Στο τέλος του πολέμου γύρισε στο Παρίσι όπου ήλπιζε να καθιερωθεί ως ζωγράφος.
Το μεταπολεμικό Παρίσι εξακολουθούσε να ανήκει στα κορυφαία καλλιτεχνικά κέντρα του κόσμου και κατακλυζόταν από πλούσιους συλλέκτες, οι οποίοι ήθελαν να αγοράσουν αριστουργήματα από Γάλλους που είχαν πτωχεύσει και πρόσφυγες από την ανατολική Ευρώπη, που βρισκόταν υπό σοβιετική κατοχή.

Οι πλαστογραφίες

Αν και ο ντε Ορί δεν κατάφερε να καταξιωθεί με τα δικά του έργα, ανακάλυψε ότι είχε ταλέντο να σχεδιάζει και ζωγραφίζει στο στυλ άλλων καλλιτεχνών, ιδιαίτερα να μιμείται τα έργα του Πάμπλο Πικάσο.
Η σταδιοδρομία του ως πλαστογράφου ξεκίνησε το 1946, όταν πούλησε ένα “σχέδιο του Πικάσο” στη Βρετανή Λαίδη Μάλκολμ Κάμπελ για 100 δολάρια.
Η επόμενη πώληση, ακόμα τριών σχεδίων του Πικάσο σε μια γαλλική πινακοθήκη, του απέφερε 400 δολάρια.

Τα χρήματα του επέτρεψαν να ταξιδέψει στη Σκανδιναβία, με ακόμη τέσσερα σχέδια του Πικάσο στις αποσκευές του. Τα προσέφερε σε έναν έμπορο έργων τέχνης της Στοκχόλμης, που συμφώνησε να τα αγοράσει για το κολοσσιαίο τότε ποσό των 6 χιλιάδων δολαρίων, αρκεί να βεβαίωνε τη γνησιότητα τους ένας ειδικός της Σουηδικής Εθνικής Πινακοθήκης.
Για να εξηγήσει την προέλευση των σχεδίων και τον λόγο που τα πουλούσε, ο ντε Ορί ισχυρίστηκε ότι είχε διασώσει τους πίνακες από τη συλλογή της αριστοκρατικής οικογένειάς του προτού δραπετεύσει από την Ουγγαρία. Ο ειδικός κατέληξε ότι είναι γνήσιοι.

"Odalisque". Αυθεντικό έργο του ντε Ορί
«Odalisque». Αυθεντικό έργο του ντε Ορί

Η εκμετάλλευση από τους εμπόρους έργων τέχνης

Ταξίδεψε στη Βραζιλία και τις ΗΠΑ, όπου εμπλούτισε το ρεπερτόριό του με έργα του Ματίς και του Ρενουάρ.
Με την υποστήριξη διεφθαρμένων εμπόρων τέχνης, άρχισε να πουλάει σε μεγάλους συλλέκτες και μεγάλα μουσεία της Αμερικής.
Το 1955 όμως, η τύχη του άρχισε να εξαντλείται.
Οι αρχές αναγνώρισαν αρκετά από τα πλαστά του έργα και αναγκάστηκε να περάσει στο Μεξικό για να αποφύγει τη σύλληψη.
Αν και κατάφερε να επιστρέψει στις ΗΠΑ, ήταν άφραγκος, ενώ οι έμποροι στους οποίους είχε πουλήσει τα πλαστά έργα, έβγαζαν τεράστια κέρδη από αυτά.
Απεγνωσμένος, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, αλλά επέζησε.
Με το FBI στα ίχνη του, γύρισε στην Ευρώπη και εγκαταστάθηκε στην Ίμπιζα της Ισπανίας.

Η Ίμπιζα ήταν τότε ένας ήσυχος τόπος που προτιμούσαν καλλιτέχνες, γλεντζέδες και μερικοί πλούσιοι κοσμικοί.
Για παράνομους όπως ο ντε Ορί, η Ισπανία του Φράνκο ήταν ένας ιδανικός προορισμός, επειδή το φασιστικό καθεστώς του δεν είχε συμφωνίες έκδοσης με τις ΗΠΑ.
Ο ντε Ορί εξακολούθησε να ζωγραφίζει και να πουλάει τους πίνακές του μέσω του πρώην εραστή του και εμπόρου τέχνης Λεγκρός, ο οποίος διέθετε τα έργα από το Τόκιο μέχρι το Τέξας, αποκομίζοντας εκατομμύρια δολάρια.
Για τον κόπο του, πλήρωνε στον νε Ορί ένα ευτελή μηνιαίο μισθό των 400 δολαρίων και μερικές φορές δεν του έδινε ούτε κι αυτόν.

Πλαστό έργο του Μονέ
Πλαστό έργο του Μονέ

Το 1966, ένας από τους μεγαλύτερους πελάτες του Λεγκρός, ο δισεκατομμυριούχος Άλγκρου Μέντοουζ, ανακάλυψε ότι η «ανεκτίμητη συλλογή» γαλλικών πινάκων του αποτελούνταν από 56 ντε Ορί.
Έξαλλος, κυνήγησε τον Λεγκρός, ο οποίος διέφυγε στην Ίμπιζα, στο σπίτι του ντε Ορί.
Τελικά συνελήφθη από την ισπανική κυβέρνηση για πλαστές επιταγές, ενώ ο ντε Ορί κατέληξε για ακόμα μία φορά στη φυλακή, για ομοφυλοφιλικές σχέσεις.

Το ταλέντο του αναγνωρίζεται

Επέστρεψε στην Ίμπιζα ένα χρόνο αργότερα.
Σε ηλικία 63 ετών κατάφερε να αποκτήσει τη φήμη που κυνηγούσε όλη του τη ζωή.
Ο διάσημος Αμερικάνος δημοσιογράφος και συγγραφέας, Κλίφορντ Ίρβινγκ, έγραψε τη βιογραφία του, ενώ συμμετείχε στο ντοκιμαντέρ του Όρσον Γουέλς, “Αλήθειες και ψέματα”.
Πλέον μπορούσε να ζήσει με τα κέρδη απ’ τα δικά του έργο.
Το 1957 έμαθε ότι η νέα δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας είχε συμφωνήσει να τον εκδώσει στη Γαλλία, όπου θα αντιμετώπιζε κατηγορίες για απάτη.
Δεν άντεξε και αυτοκτόνησε, παίρνοντας πολλά χάπια.

Στη βιογραφία του, ισχυρίστηκε ότι είχε δημιουργήσει περισσότερους από χίλιους πλαστούς πίνακες, μερικοί από τους οποίους βρίσκονταν ακόμα σε ιδιωτικές συλλογές και σε μουσεία.
Μετά θάνατον, απέκτησε τη φήμη που πάντα επιθυμούσε. Το ταλέντο του αναγνωρίστηκε ακόμα και για τα έργα που έφεραν την υπογραφή άλλων, διάσημων ζωγράφων.

ΠΗΓΗ: Οι Μεγαλύτερες Απάτες της Ιστορίας, Eric Chaline, Εκδόσεις Κλειδάριθμος

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here