Ο ρεμπέτης Μιχάλης Γενίτσαρης αγάπησε το μπουζούκι σε μια εποχή που αυτό ήταν υπό διωγμό. Η οικογένεια του προσπάθησε να το παρατήσει, αλλά η επιμονή του δεν τον έκαμψε. Έτσι έγραψε το «Εγώ μάγκας φαινόμουνα», στο οποίο περιγράφει με βιωματικό τρόπο αυτές τις δυσκολίες του.

Ο Γενίτσαρης έμαθε το μπουζούκι προτού μάθει γράμματα. Αντί για σχολείο πήγαινε στο καφενείο το οποίο βρισκόταν απέναντι από το σπίτι του στην Αγία Σοφία του Πειραιά. Το μαγαζί το διατηρούσε ο ρεμπέτης Γιώργος Μπάτης που υπήρξε δάσκαλος του Μάρκου Βαμβακάρη. Σύμφωνα με τον ρεμπέτη στιχουργό Nίκο Mάθεση, ο Mπάτης ήταν ο πιο παλιός από τους μπουζουξήδες, «βασιλιάς στους χασικλήδες, βασιλιάς στους ρεμπέτες». Στο καφενείο του Μπάτη έπαιζε μαζί με το φίλο του Θανάση, μπαγλαμά και μπουζούκι.

Ο Γενίτσαρης αγάπησε το μπουζούκι και γι΄ αυτό κυνηγήθηκε. «Tους ρεμπέτες τους λένε και μάγκες», έλεγε ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο πρώτος συστηματικός μελετητής του φαινομένου.
Η επαφή του με το μπουζούκι

Ο Γενίτσαρης είχε ήδη γοητευτεί από τον ήχο του μπουζουκιού, όταν μια μέρα ανακάλυψε κρυμμένο σε μια κασέλα ένα παλιό μπαγλαμαδάκι του πατέρα του. Έτσι ξεκίνησε να παίζει μόνος του. Το σχολείο το παράτησε σε  μικρή ηλικία. Ολοκλήρωσε τη Β δημοτικού και μπήκε αμέσως στη βιοπάλη. Με τα πρώτα του μεροκάματα στα 15 του χρόνια, αγόρασε με 150 δραχμές ένα μπουζούκι από τα παλιατζίδικα του Πειραιά. Από τότε μελετούσε συνεχώς και έμαθε το ρεπερτόριο της εποχής.

«Τα βράδια συναντιόμουνα με τους φίλους μου. Είχαμε γίνει δεκαπεντάρηδες. Παίζαμε στις γειτονιές, εγώ μπουζούκι και ένας φίλος μου, Τάκης Δημητρίου, κιθάρα. Εν τω μεταξύ, μετά γνώρισα και στου Μπάτη το καφενείο τον Δελιά, το Μάρκο, που δεν είχανε ακόμα γραμμοφωνήσει, δεν είχανε ακουστεί. Ερχόντουσαν στου Μπάτη. Ο Μάρκος δούλευε τότε στα σφαγεία. Εγώ τότε έπαιζα μπουζούκι καλούτσικο», γράφει στην αυτοβιογραφία του «Μάγκας από Μικράκι»

Το μπουζούκι υπό διωγμό

Το μουσικό όργανο που ο Γενίτσαρης αγάπησε, τις δεκαετίες του ’20, του ’30 ακόμα και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 40, ήταν υπό διωγμό. Το μπουζούκι ήταν συνδεδεμένο με την παρανομία και τη φυλακή, ενώ η αστυνομία κυνηγούσε όποιον σχετιζόταν με αυτό. Έτσι το 1934 ένας αστυφύλακας συνέλαβε τον Γενίτσαρη και του έσπασε το μπουζούκι, εκείνος τον ξυλοφόρτωσε, με αποτέλεσμα να κρατηθεί για έξι μήνες στις φυλακές Αβέρωφ. Αυτή δεν ήταν η μοναδική του καταδίκη, καθώς ακολούθησαν και άλλες για παρόμοιους λόγους.

Ο ρεμπέτης Μιχάλης Γενίτσαρης βρέθηκε ακόμα και στη φυλακή επειδή λάτρεψε το μπουζούκι.

Τον Αύγουστο του 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς εγκαθιδρύει το καθεστώς του και ένα από τα πρώτα μέτρα που επιβάλει είναι η λογοκρισία και η πλήρης απαγόρευση των ρεμπέτικων που τα αποκαλούσαν υποτιμητικά «χασικλίδικα». Το μπουζούκι κυνηγήθηκε καθώς οι άνθρωποι που συνήθως το έπαιζαν είχαν σχέση με το χασίς ή θεωρούνταν από την αστυνομία άνθρωποι του υποκόσμου. Tο 1930 η χρήση χασίς έγινε αξιόποινο αδίκημα, γι΄ αυτό και οι χρήστες του αναγκάστηκαν να βρουν παράνομους τρόπους για να το προμηθεύονται. Έτσι δημιούργησαν χώρους που συγκεντρώνονταν για να καπνίσουν ή κατέφευγαν σε τεκέδες.

Με το μπουζούκι ο Γενίτσαρης «ντρόπιαζε» την οικογένεια του

Δεν ενοχλούσε όμως μόνο το μπουζούκι αλλά και οι στίχοι του ρεμπέτικου, που μιλούσαν για τη μίζερη ζωή στην πόλη και τη φτώχεια.  «Aν και κατ’ αρχήν ερωτικά, τα ρεμπέτικα είναι στο βάθος μάλλον κοινωνικού περιεχομένου τραγούδια», γράφει ο Πετρόπουλος στο βιβλίο του ‘Ρεμπέτικα τραγούδια’. Εξαιτίας αυτού του κυνηγητού, το μπουζούκι θεωρήθηκε «κακόφημο όργανο».

Ο Γενίτσαρης δεν πτοήθηκε ούτε από τις καταδίκες, ούτε από την αρνητική συμπεριφορά της οικογένειάς του. Στα 17 του χρόνια έγραψε το πρώτο του κομμάτι «Εγώ μάγκας φαινόμουνα», στο οποίο με βιωματικό τρόπο περιγράφει τις δυσκολίες και την πίεση που δέχτηκε στα νεανικά του χρόνια. Το τραγούδι φωνογραφήθηκε το 1937 από τη δισκογραφική εταιρία «Κολούμπια».
Όταν κυκλοφόρησε, έγινε επιτυχία, ενώ παιζόταν από διάφορους πλανόδιους φωνογραφητζήδες. Παρότι ο Γενίτσαρης το άκουγε και καμάρωνε, η μητέρα του όταν άκουσε τη φωνή του γιου της, κλείστηκε για 3 ημέρες μέσα στο σπίτι της και φώναζε στον Γενίτσαρη: «Μας ξεφτίλισες, δε μπορούμε να βγούμε από την πόρτα. Δεν ντράπηκες να πας να βγάλεις πλάκα και να σε ακούει ο κόσμος;»

Οι στίχοι

Εγώ μάγκας φαινόμουνα
να γίνω από μικράκι
μ’ αρέσανε τα έξυπνα
κι έμαθα μπουζουκάκι.

Αντί σκολιό μου πάγαινα
μες του Καραϊσκάκη
έπινα διάφορα πιοτά
να μάθω μπουζουκάκι.

Οι συγγενείς μου λέγανε
να το απαρατήσω
αυτό το παλιομπούζουκο
για θα τους ξεφτυλίσω.

Εγώ όμως δεν το άφηνα
να λείψει από κοντά μου
αυτό το παλιομπούζουκο
που το `χα συντροφιά μου

Πληροφορίες αντλήθηκαν από το βιβλίο :«Μια ιστορία… ένα τραγούδι», του Ηρακλή Ευστρατιάδη, εκδόσεις Τoubi’s.

Διαβάστε ακόμη στη «ΜτΧ»:«Αντώνης ο βαρκάρης». Το σπανιόλικο τραγούδι «Antonio Vargas Heredia» που έγινε ρεμπέτικο και τραγούδησαν οι Βαμβακάρης και Καζαντζίδης. Πως αθωώθηκαν οι Έλληνες στη δίκη για τα δικαιώματα

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here